deflated
def
ˈdɪf
ντιφ
la
leɪ
λει
ted
tɪd
τιντ
defeated

Ορισμός και σημασία του "deflated"στα αγγλικά

01

αποθαρρυμένος, απογοητευμένος

feeling discouraged or disappointed, often after an expectation or hope has been unmet 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deflated
συγκριτικός βαθμός
more deflated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, psychology, experience
Παραδείγματα
She felt deflated after hearing that her proposal had been rejected. 

Ένιωσε απογοητευμένη όταν άκουσε ότι η πρότασή της είχε απορριφθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

deflated
deflate
defl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store