Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deflated
01
αποθαρρυμένος, απογοητευμένος
feeling discouraged or disappointed, often after an expectation or hope has been unmet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deflated
συγκριτικός βαθμός
more deflated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt deflated when her long-time dream seemed out of reach.
Ένιωσε απογοητευμένη όταν το μακροχρόνιο όνειρό της φαινόταν απρόσιτο.
Λεξικό Δέντρο
deflated
deflate
defl



























