Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defer
01
αναβάλλω, αποθέτω
to postpone to a later time
Transitive: to defer an event or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defer
γ΄ ενικό πρόσωπο
defers
ενεστώτα μετοχή
deferring
απλός αόριστος
deferred
παθητική μετοχή
deferred
Παραδείγματα
The meeting was deferred to next week due to the chairman's unexpected absence.
Η συνάντηση αναβλήθηκε για την επόμενη εβδομάδα λόγω της απρόσμενης απουσίας του προέδρου.
Παραδείγματα
The judge deferred sentencing until a psychological evaluation could be completed.
Ο δικαστής αναβάλλει την επιβολή της ποινής μέχρι να ολοκληρωθεί μια ψυχολογική αξιολόγηση.
02
υποχωρώ, υποτάσσομαι
to yield to someone else’s wishes, judgment, or authority
Intransitive: to defer to sb/sth
Παραδείγματα
He deferred to his mentor's experience when making the final decision.
Παραχώρησε στην εμπειρία του μέντορά του κατά τη λήψη της τελικής απόφασης.
Λεξικό Δέντρο
deference
deferent
deferment
defer



























