Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curb
01
κράσπεδο, πεζοδρόμιο
the raised edge at the side of a street, usually made of stone
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curbs
Παραδείγματα
The curb along the street was painted to enhance visibility at night.
Το κράσπεδο κατά μήκος του δρόμου βαφτήθηκε για να ενισχυθεί η ορατότητα τη νύχτα.
02
φρένο, περιορισμός
a means of restraint or control
Παραδείγματα
Safety inspections are a curb on unsafe construction practices.
Οι επιθεωρήσεις ασφαλείας αποτελούν φρένο για τις μη ασφαλείς πρακτικές κατασκευής.
03
χαλινάρι με αλυσίδα, χαλινάρι αλόγου
a horse's bit equipped with a chain or strap to control the animal
Παραδείγματα
The tack shop sold a variety of curbs for riding.
Το κατάστημα ιππικού εξοπλισμού πωλούσε μια ποικιλία χαλινών για ιππασία.
to curb
01
περιορίζω, ελέγχω
to limit or control by placing restrictions on something
Transitive: to curb sth
Παραδείγματα
The company recently curbed unauthorized access to sensitive information through new policies.
Η εταιρεία πρόσφατα περιορίστηκε η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες μέσω νέων πολιτικών.
02
καταστέλλω, ελέγχω
to lessen the intensity of something or keep it under control, often through restraint or inhibition
Transitive: to curb intensity of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
curb
γ΄ ενικό πρόσωπο
curbs
ενεστώτα μετοχή
curbing
απλός αόριστος
curbed
παθητική μετοχή
curbed
Παραδείγματα
The therapist taught him techniques to curb his anxiety in stressful situations.
Ο θεραπευτής του δίδαξε τεχνικές για να συγκρατεί το άγχος του σε στρεσογόνες καταστάσεις.
03
καθοδηγώ, οδηγώ
to guide a dog to the edge of the sidewalk or street so it can relieve itself
Dialect
American
Transitive: to curb a dog
Παραδείγματα
He curbed the dog quickly before heading back to the car.
Κράτησε γρήγορα το σκυλί πριν επιστρέψει στο αυτοκίνητο.



























