convinced
Pronunciation
/kənˈvɪnst/

Ορισμός και σημασία του "convinced"στα αγγλικά

01

πεπεισμένος, βεβαιωμένος

having a strong belief in something
convinced definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most convinced
συγκριτικός βαθμός
more convinced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was convinced that they would find a solution soon.
Ήταν πεπεισμένη ότι θα βρουν σύντομα μια λύση.
02

πεπεισμένος, ενθουσιώδης

(of a person) strongly holding political or religious views

committed

Παραδείγματα
He became a convinced pacifist after witnessing the horrors of war.
Έγινε πεπεισμένος πασιφιστής αφού είδε τις φρικαλεότητες του πολέμου.

Λεξικό Δέντρο

unconvinced
convinced
convince
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store