Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convinced
Παραδείγματα
She was convinced that they would find a solution soon.
Ήταν πεπεισμένη ότι θα βρουν σύντομα μια λύση.
Παραδείγματα
He became a convinced pacifist after witnessing the horrors of war.
Έγινε πεπεισμένος πασιφιστής αφού είδε τις φρικαλεότητες του πολέμου.
Λεξικό Δέντρο
unconvinced
convinced
convince



























