convivial
con
kən
καν
vi
ˈvɪ
βι
vial
viəl
βιαλ
/kənvˈɪvɪə‍l/

Ορισμός και σημασία του "convivial"στα αγγλικά

01

φιλικός, ζεστός

having a friendly, warm, or inviting manner or mood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most convivial
συγκριτικός βαθμός
more convivial
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They spent a convivial evening sharing stories and wine.
Πέρασαν μια φιλική βραδιά μοιράζοντας ιστορίες και κρασί.

Λεξικό Δέντρο

conviviality
convivially
convivial
conviv
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store