Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colossal
01
κολοσσιαίος, γιγαντιαίος
extremely large in size or scale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most colossal
συγκριτικός βαθμός
more colossal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ancient ruins revealed the remains of a colossal structure that once stood as a testament to architectural marvels.
Τα αρχαία ερείπια αποκάλυψαν τα απομεινάρια μιας κολοσσιαίας δομής που κάποτε στέκονταν ως απόδειξη των αρχιτεκτονικών θαυμάτων.
Παραδείγματα
The project faced a colossal challenge, requiring immense resources and effort.
Το έργο αντιμετώπισε μια τεράστια πρόκληση, που απαιτούσε τεράστιους πόρους και προσπάθεια.



























