colossal
co
lo
ˈlɒ
lo
ssal
səl
sēl
apostledocilejostlefossil

Ορισμός και σημασία του "colossal"στα αγγλικά

01

κολοσσιαίος, γιγαντιαίος

extremely large in size or scale 
colossal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most colossal
συγκριτικός βαθμός
more colossal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ancient ruins revealed the remains of a colossal structure that once stood as a testament to architectural marvels. 

Τα αρχαία ερείπια αποκάλυψαν τα απομεινάρια μιας κολοσσιαίας δομής που κάποτε στέκονταν ως απόδειξη των αρχιτεκτονικών θαυμάτων.

02

κολοσσιαίος, τεράστιος

very intense in degree 
Παραδείγματα
The project faced a colossal challenge, requiring immense resources and effort. 

Το έργο αντιμετώπισε μια τεράστια πρόκληση, που απαιτούσε τεράστιους πόρους και προσπάθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store