Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to afflict
01
βασανίζω, ταλαιπωρώ
to cause pain, suffering, or distress, often as a result of illness, injury, or hardship
Transitive: to afflict a person or region
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
afflict
γ΄ ενικό πρόσωπο
afflicts
ενεστώτα μετοχή
afflicting
απλός αόριστος
afflicted
παθητική μετοχή
afflicted
Παραδείγματα
War has afflicted the region for decades, leaving a legacy of destruction and suffering.
Ο πόλεμος βασάνισε την περιοχή για δεκαετίες, αφήνοντας μια κληρονομιά καταστροφής και ταλαιπωρίας.
Λεξικό Δέντρο
afflicted
affliction
afflictive
afflict



























