cavern
ca
ˈkæ
και
vern
vən
βαν
casern

Ορισμός και σημασία του "cavern"στα αγγλικά

01

a large cave or a large chamber in a cave 

cavern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
caverns
Παραδείγματα
The explorers descended into a vast cavern. 
02

any large dark enclosed space 

μεταφορικό
Παραδείγματα
The empty warehouse felt like a cavern. 
to cavern
01

hollow out as if making a cavern 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cavern
γ΄ ενικό πρόσωπο
caverns
ενεστώτα μετοχή
caverning
απλός αόριστος
caverned
παθητική μετοχή
caverned
Παραδείγματα
Underground water caverned out the soft limestone. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cavernous
cavern
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store