Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to castigate
01
επιπλήττω, κριτικάρω αυστηρά
to strongly and harshly criticize someone or something
Transitive: to castigate sb | to castigate sb for an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
castigate
γ΄ ενικό πρόσωπο
castigates
ενεστώτα μετοχή
castigating
απλός αόριστος
castigated
παθητική μετοχή
castigated
Παραδείγματα
The manager castigated the employee for consistently failing to meet deadlines.
Ο διαχειριστής επέπληξε τον υπάλληλο για τη συνεχή μη τήρηση προθεσμιών.
02
τιμωρώ αυστηρά, επιπλήττω σφοδρά
to inflict harsh punishment or reprimand upon someone
Transitive: to castigate sb
Παραδείγματα
After being caught cheating on the final exam, the professor decided to castigate the student.
Αφού πιάστηκε να κλέβει στην τελική εξέταση, ο καθηγητής αποφάσισε να τιμωρήσει τον φοιτητή.
Λεξικό Δέντρο
castigation
castigate



























