Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to castigate
01
επιπλήττω, κριτικάρω αυστηρά
to strongly and harshly criticize someone or something
Transitive: to castigate sb | to castigate sb for an action or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
castigate
γ΄ ενικό πρόσωπο
castigates
ενεστώτα μετοχή
castigating
απλός αόριστος
castigated
παθητική μετοχή
castigated
Παραδείγματα
He was castigating his employees for not meeting the company's standards.
Επετίμα τους υπαλλήλους του για μη συμμόρφωση με τα πρότυπα της εταιρείας.
02
τιμωρώ αυστηρά, επιπλήττω σφοδρά
to inflict harsh punishment or reprimand upon someone
Transitive: to castigate sb
Παραδείγματα
The parents decided to castigate their disobedient child by grounding him for a month.
Οι γονείς αποφάσισαν να τιμωρήσουν το ανυπάκουο παιδί τους απαγορεύοντάς του τις εξόδους για ένα μήνα.
Λεξικό Δέντρο
castigation
castigate



























