Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Castigation
01
επίπληξη, αυστηρή κριτική
the act of harshly criticizing or reprimanding someone for their actions or behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The manager's public castigation of the employee embarrassed everyone.
Η δημόσια επίπληξη του διευθυντή προς τον υπάλληλο ντρόπιασε όλους.
02
τιμωρία, κύρωση
the act of inflicting a penalty or other form of punishment
Παραδείγματα
The thief's castigation included both a fine and community service.
Η τιμωρία του κλέφτη περιελάμβανε τόσο πρόστιμο όσο και κοινωνική εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
castigation
castigate



























