bug
bug
bʌg
bag
fugjugrughug

Ορισμός και σημασία του "bug"στα αγγλικά

01

έντομο, ζωύφιο

any type of small insect 
Dialectamerican flagAmerican
bug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bugs
Παραδείγματα
There was a tiny bug crawling on the kitchen counter. 

Υπήρχε ένα μικρό έντομο που σέρνονταν στο πάγκο της κουζίνας.

02

σφάλμα, bug

an error or fault in a computer program, system, etc. 
bug definition and meaning
Παραδείγματα
The software update aimed to fix a bug that caused the application to crash when opening large files. 

Η ενημέρωση του λογισμικού αποσκοπούσε στη διόρθωση ενός bug που προκαλούσε την κατάρρευση της εφαρμογής κατά το άνοιγμα μεγάλων αρχείων.

03

μικρόβιο, μικροοργανισμός

a tiny living organism that can cause disease 
Παραδείγματα
The flu is caused by a viral bug. 

Η γρίπη προκαλείται από έναν ιογενή έντυμο.

04

κοριός, απορροφητικό έντομο

an insect with piercing-sucking mouthparts, forewings partly thickened and leathery, and usually undergoing incomplete metamorphosis 
Παραδείγματα
The squash bug is a common pest in vegetable gardens. 

Το έντομο του κολοκύθι είναι ένα κοινό παράσιτο σε λαχανόκηπους.

05

κρυμμένο μικρόφωνο, μικρόφωνο κατασκοπείας

a small concealed microphone used to eavesdrop or record secretly 
Παραδείγματα
The office was found to have a bug in the conference room. 

Ανακαλύφθηκε ότι το γραφείο είχε ένα μικρόφωνο κατασκοπείας στην αίθουσα συσκέψεων.

to bug
01

ενοχλώ, παρενοχλώ

to persistently annoy someone, often by making repeated requests or demands 
Transitive: to bug sb
to bug definition and meaning
Παραδείγματα
The children continued to bug their parents for a new video game. 

Τα παιδιά συνέχισαν να ενοχλούν τους γονείς τους για ένα νέο βιντεοπαιχνίδι.

02

τοποθετώ κρυφό μικρόφωνο, κρυφακούω

to hide a small microphone in a place or device in order to secretly listen to or record someone's conversations 
Transitive: to bug a place or device
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bug
γ΄ ενικό πρόσωπο
bugs
ενεστώτα μετοχή
bugging
απλός αόριστος
bugged
παθητική μετοχή
bugged
Παραδείγματα
The spy attempted to bug the conference room to gather sensitive information. 

Ο κατάσκοπος προσπάθησε να τοποθετήσει κοριό στην αίθουσα συνεδριάσεων για να συλλέξει ευαίσθητες πληροφορίες.

Λεξικό Δέντρο

buggy
bug
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store