Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Buffering
01
προσωρινή αποθήκευση, διαδικασία προσωρινής αποθήκευσης
the process of temporarily storing and preloading data to ensure uninterrupted playback of streaming media
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bufferings
Παραδείγματα
The buffering issue made it hard to watch the live stream without interruptions.
Το πρόβλημα της προσωρινής αποθήκευσης έκανε δύσκολη την παρακολούθηση της ζωντανής ροής χωρίς διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
buffering
buffer



























