Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bugaboo
01
εφιάλτης, πηγή ανησυχίας
something that causes persistent worry, fear, or irritation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bugaboos
Παραδείγματα
The cost of repairs became the project 's biggest bugaboo.
Το κόστος των επισκευών έγινε το μεγαλύτερο εφιάλτη του έργου.
02
μπαμπούλας, τέρας
an imaginary monster or creature invented to scare children
Παραδείγματα
In folklore, the bugaboo changes shape to terrify its victims.
Στο λαϊκό παραμύθι, ο μπαμπούλας αλλάζει σχήμα για να τρομάξει τα θύματά του.



























