clingy
clin
ˈklɪn
klin
gy
gi
gi
dinghythingyswingyfringy

Ορισμός και σημασία του "clingy"στα αγγλικά

01

κολλητός, σφιχτός

(of clothes) holding on tightly 
clingy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
clingiest
συγκριτικός βαθμός
clingier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dress was too clingy to wear on a hot day. 

Το φόρεμα ήταν πολύ κολλημένο για να το φορέσει κανείς μια ζεστή μέρα.

02

κολλητικος, εξαρτημενος

(of a person) overly dependent on someone else, often seeking constant attention, affection, or reassurance 
αργκό
Παραδείγματα
Her clingy behavior made her friends feel overwhelmed. 

Η κολλητική συμπεριφορά της έκανε τους φίλους της να αισθάνονται καταβεβλημένοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store