Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clingy
01
κολλητός, σφιχτός
(of clothes) holding on tightly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
clingiest
συγκριτικός βαθμός
clingier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dress was too clingy to wear on a hot day.
Το φόρεμα ήταν πολύ κολλημένο για να το φορέσει κανείς μια ζεστή μέρα.
02
κολλητικος, εξαρτημενος
(of a person) overly dependent on someone else, often seeking constant attention, affection, or reassurance
αργκό
Παραδείγματα
Her clingy behavior made her friends feel overwhelmed.
Η κολλητική συμπεριφορά της έκανε τους φίλους της να αισθάνονται καταβεβλημένοι.
Λεξικό Δέντρο
clingy
cling



























