Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clingy
01
κολλητός, σφιχτός
(of clothes) holding on tightly
Παραδείγματα
Her new dress was stylish but a bit too clingy for her liking.
Το νέο της φόρεμα ήταν κομψό αλλά λίγο πολύ σφιχτό για τα γούστα της.
02
κολλητικος, εξαρτημενος
(of a person) overly dependent on someone else, often seeking constant attention, affection, or reassurance
Παραδείγματα
The clingy toddler would n't leave his father's side all day.
Το κολλημένο νήπιο δεν ήθελε να αφήσει την πλευρά του πατέρα του όλη μέρα.
Λεξικό Δέντρο
clingy
cling



























