Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clinical
01
κλινικός
relating to the observation, examination, and treatment of patients in a medical setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor made a clinical diagnosis based on the patient's symptoms and medical history.
Ο γιατρός έκανε μια κλινική διάγνωση με βάση τα συμπτώματα και το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς.
02
αποστασιοποιημένος, ανπροσωπος
emotionally distant
Παραδείγματα
The review was thorough but so clinical that it ignored the book's emotional core.
Η κριτική ήταν διεξοδική αλλά τόσο κλινική που αγνοούσε τον συναισθηματικό πυρήνα του βιβλίου.
Λεξικό Δέντρο
clinically
preclinical
subclinical
clinical
clinic



























