Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clinically
01
κλινικά, με κλινικό τρόπο
in a way related to clinical practices or medical examinations and treatments
Παραδείγματα
The patient 's progress was monitored clinically, with regular check-ups and assessments.
Η πρόοδος του ασθενούς παρακολουθήθηκε κλινικά, με τακτικούς ελέγχους και αξιολογήσεις.
Λεξικό Δέντρο
clinically
clinical
clinic



























