clinically
cli
ˈklɪ
κλι
nica
nɪk
νικ
lly
li
λι
cynically

Ορισμός και σημασία του "clinically"στα αγγλικά

01

κλινικά, με κλινικό τρόπο

in a way related to clinical practices or medical examinations and treatments 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The doctor evaluated the patient clinically, considering both symptoms and diagnostic test results. 

Ο γιατρός αξιολόγησε τον ασθενή κλινικά, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα συμπτώματα όσο και τα αποτελέσματα των διαγνωστικών τεστ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clinically
clinical
clinic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store