Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clinging
01
σφιχτός, κολλητός
(of clothes) tight-fitting in a way that shows the shape of the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clinging
συγκριτικός βαθμός
more clinging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
clothing, appearance, texture
LanGeek



























