Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cling
01
κρατιέμαι, κολλώ
to tightly hold on to someone or something
Transitive: to cling to sth
Παραδείγματα
She clung to the safety railing as she looked down from the balcony.
Κρατήθηκε σφιχτά από το κιγκλίδωμα ασφαλείας καθώς κοιτούσε προς τα κάτω από το μπαλκόνι.
02
κολλώ, κρεμιέμαι
to grip or hold onto something tightly, making it difficult to separate or detach
Transitive: to cling to sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cling
γ΄ ενικό πρόσωπο
clings
ενεστώτα μετοχή
clinging
απλός αόριστος
clung
παθητική μετοχή
clung
Παραδείγματα
The wet clothes clung to her body, making her feel uncomfortable and chilled.
Τα βρεγμένα ρούχα κολλούσαν στο σώμα της, κάνοντάς την να νιώθει άβολα και κρυωμένη.
03
κολλάω, στηρίζομαι
to rely heavily on another person for support, validation, or a sense of security
Transitive: to cling to sb
Παραδείγματα
After the breakup, she clung to her best friend, relying on them for emotional stability.
Μετά το χωρισμό, κολλήθηκε στον καλύτερό της φίλο, βασιζόμενη σε αυτόν για συναισθηματική σταθερότητα.
Cling
01
ροδάκινο με προσκολλημένη σάρκα, ροδάκινο cling
a type of fruit, particularly a peach, in which the flesh sticks tightly to the stone or pit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clings
Παραδείγματα
She preferred cling peaches for making preserves.
Προτιμούσε τα ροδάκινα cling για την παρασκευή μαρμελάδας.



























