Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-built
01
καλοφτιαγμένος, μυώδης
having a strong, solid, and muscular physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-built
συγκριτικός βαθμός
more well-built
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His well-built stature made him an excellent candidate for the demanding role in the action film.
Η δυναμική του σωματοδομή τον έκανε έναν εξαιρετικό υποψήφιο για τον απαιτητικό ρόλο στην ταινία δράσης.
02
καλά χτισμένο, γερό
constructed with care, skill, and high-quality materials, making it sturdy, durable, and reliable
Παραδείγματα
The furniture was well-built, crafted from solid wood and designed to last for generations.
Τα έπιπλα ήταν καλά κατασκευασμένα, φτιαγμένα από συμπαγή ξύλο και σχεδιασμένα να διαρκούν για γενιές.



























