Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-built
01
καλοφτιαγμένος, μυώδης
having a strong, solid, and muscular physique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-built
συγκριτικός βαθμός
more well-built
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's been working out every day for months, and now she's well-built and strong.
Γυμνάζεται κάθε μέρα για μήνες, και τώρα είναι καλοφτιαγμένη και δυνατή.
02
καλά χτισμένο, γερό
constructed with care, skill, and high-quality materials, making it sturdy, durable, and reliable
Παραδείγματα
The bike was well-built, offering smooth rides even on rough terrain.
Το ποδήλατο ήταν καλά κατασκευασμένο, προσφέροντας ομαλές βόλτες ακόμα και σε ανώμαλο έδαφος.



























