Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-behaved
01
καλομαθημένος, εύηθης
behaving in an appropriate and polite manner, particularly of children
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-behaved
συγκριτικός βαθμός
better-behaved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The well-behaved class received extra recess time as a reward for their good conduct.
Η καλοδιατηρημένη τάξη έλαβε επιπλέον χρόνο διαλείμματος ως ανταμοιβή για την καλή συμπεριφορά τους.



























