Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-behaved
01
καλομαθημένος, εύηθης
behaving in an appropriate and polite manner, particularly of children
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-behaved
συγκριτικός βαθμός
better-behaved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The well-behaved children sat quietly during the storytime session at the library.
Τα καλομαθημένα παιδιά κάθισαν ήσυχα κατά τη διάρκεια της αφήγησης στη βιβλιοθήκη.



























