well-behaved
Pronunciation
/wˈɛlbɪhˈeɪvd/

Ορισμός και σημασία του "well-behaved"στα αγγλικά

well-behaved
01

καλομαθημένος, εύηθης

behaving in an appropriate and polite manner, particularly of children
well-behaved definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-behaved
συγκριτικός βαθμός
better-behaved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The well-behaved class received extra recess time as a reward for their good conduct.
Η καλοδιατηρημένη τάξη έλαβε επιπλέον χρόνο διαλείμματος ως ανταμοιβή για την καλή συμπεριφορά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store