Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-adjusted
01
καλά προσαρμοσμένος, ισορροπημένος
free from psychological disorder
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-adjusted
συγκριτικός βαθμός
more well-adjusted
διαβαθμίσιμο



























