well-adjusted
Pronunciation
/wˈɛlɐdʒˈʌstᵻd/

Ορισμός και σημασία του "well-adjusted"στα αγγλικά

well-adjusted
01

καλά προσαρμοσμένος, ισορροπημένος

free from psychological disorder
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-adjusted
συγκριτικός βαθμός
more well-adjusted
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store