well-balanced
well
wɛl
vel
ba
lanced
lənst
lēnst

Ορισμός και σημασία του "well-balanced"στα αγγλικά

well-balanced
01

καλά ισορροπημένο, ισορροπημένο

arranged or organized in an even and balanced way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-balanced
συγκριτικός βαθμός
more well-balanced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A well-balanced diet includes a variety of foods from all food groups to ensure proper nutrition. 

Μια ισορροπημένη διατροφή περιλαμβάνει μια ποικιλία τροφίμων από όλες τις ομάδες τροφίμων για να διασφαλιστεί η σωστή διατροφή.

02

ισορροπημένος, καλά ισορροπημένος

free from psychological disorder 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store