well-balanced
well
wɛl
ουελ
ba
μπαι
lanced
lənst
λανστ
/wˈɛlbˈalənst/

Ορισμός και σημασία του "well-balanced"στα αγγλικά

well-balanced
01

καλά ισορροπημένο, ισορροπημένο

arranged or organized in an even and balanced way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-balanced
συγκριτικός βαθμός
more well-balanced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The presentation was well-balanced, incorporating visuals, statistics, and personal anecdotes to engage the audience.
Η παρουσίαση ήταν καλά ισορροπημένη, ενσωματώνοντας οπτικά στοιχεία, στατιστικά και προσωπικές ανέκδοτες για να εμπλέξει το κοινό.
02

ισορροπημένος, καλά ισορροπημένος

free from psychological disorder
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store