Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
well-balanced
01
καλά ισορροπημένο, ισορροπημένο
arranged or organized in an even and balanced way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-balanced
συγκριτικός βαθμός
more well-balanced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The presentation was well-balanced, incorporating visuals, statistics, and personal anecdotes to engage the audience.
Η παρουσίαση ήταν καλά ισορροπημένη, ενσωματώνοντας οπτικά στοιχεία, στατιστικά και προσωπικές ανέκδοτες για να εμπλέξει το κοινό.
02
ισορροπημένος, καλά ισορροπημένος
free from psychological disorder



























