Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boil down
01
περιγράφω εν συντομία, απλοποιώ
to simplify a complex piece of information into a more summarized form for a clearer understanding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
boil
ενεστώτας
boil down
γ΄ ενικό πρόσωπο
boils down
ενεστώτα μετοχή
boiling down
απλός αόριστος
boiled down
παθητική μετοχή
boiled down
Παραδείγματα
Let's boil down the report to focus on the key findings.
Ας συνοψίσουμε την αναφορά για να επικεντρωθούμε στα βασικά ευρήματα.
02
συμπυκνώνω, μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά μέχρι να μειωθεί το υγρό
to cook something slowly until there is only a small amount of liquid left
Παραδείγματα
The sauce is boiling down on the stove; it will be ready soon.
Η σάλτσα πυκνώνει στη σόμπα· θα είναι έτοιμη σύντομα.
03
συμπυκνώνω, πυκνώνω
to boil and become less or thicker
Παραδείγματα
The sauce is simmering to boil down and enhance its flavor.
Η σάλτσα σιγοβράζει για να πυκνώσει και να ενισχύσει τη γεύση της.



























