Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deal with
01
ασχολούμαι με, αντιμετωπίζω
to take the necessary action regarding someone or something specific
Transitive: to deal with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
deal
ενεστώτας
deal with
γ΄ ενικό πρόσωπο
deals with
ενεστώτα μετοχή
dealing with
απλός αόριστος
dealt with
παθητική μετοχή
dealt with
Παραδείγματα
As a teacher, she needs to deal with various student behaviors.
Ως δασκάλα, πρέπει να αντιμετωπίζει διάφορες συμπεριφορές μαθητών.
02
αντιμετωπίζω, διαχειρίζομαι
to face a situation or reality and try to manage or accept it
Transitive: to deal with a situation
Παραδείγματα
She had to deal with the loss of her beloved pet by allowing herself to grieve and seek support from loved ones.
Έπρεπε να αντιμετωπίσει την απώλεια του αγαπημένου της κατοικιδίου επιτρέποντας στον εαυτό της να θρηνήσει και να ζητήσει υποστήριξη από αγαπημένα πρόσωπα.
03
ασχολούμαι με, εξετάζω
(of book, film, article, or other creative work) to present, explore, or examine a subject or idea in a significant or meaningful manner
Transitive: to deal with a subject or idea
Παραδείγματα
The novel skillfully deals with themes of identity and self-discovery in a thought-provoking way.
Το μυθιστόρημα ασχολείται επιδέξια με θέματα ταυτότητας και αυτοανακάλυψης με έναν τρόπο που προκαλεί σκέψη.
04
συνεργάζομαι με, κάνω επιχειρήσεις με
to do business, such as buying, selling, negotiating, etc. with someone or something
Transitive: to deal with a supplier or client
Παραδείγματα
The company regularly deals with suppliers to ensure a steady flow of raw materials.
Η εταιρεία συνεργάζεται τακτικά με προμηθευτές για να διασφαλίσει μια σταθερή ροή πρώτων υλών.



























