dealing
dea
ˈdi
ντι
ling
lɪng
λινγκ
/dˈiːlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "dealing"στα αγγλικά

01

ιδανικές συνθήκες, τέλειες κυματισμοί

(surfing) excellent conditions where the waves keep coming one after another
Approving
Specialized
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We were lucky that the ocean was dealing when we arrived at the beach.
Ήμαστε τυχεροί που ο ωκεανός ήταν τέλειος όταν φτάσαμε στην παραλία.
02

εμπόριο, συναλλαγή

the act of buying and selling things, often goods, drugs, or stocks
Παραδείγματα
The investigation focused on his illegal dealings in narcotics and financial securities.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στις παράνομες συναλλαγές του σε ναρκωτικά και χρηματοπιστωτικά τίτλους.

Λεξικό Δέντρο

dealing
deal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store