wee
wee
wi:
vi
keapeekeyzea

Ορισμός και σημασία του "wee"στα αγγλικά

01

μικρούλης, πολύ μικρός

(Scottish) very small in size 
wee definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
weest
συγκριτικός βαθμός
weer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The toddler toddled around the garden, picking up wee flowers with tiny hands. 

Το νήπιο περπατούσε στον κήπο, μαζεύοντας πολύ μικρά λουλούδια με τα μικροσκοπικά του χέρια.

to wee
01

κατουράω, πίσσα

to urinate, often used in informal or childish language 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wee
γ΄ ενικό πρόσωπο
wees
ενεστώτα μετοχή
weeing
απλός αόριστος
weed
παθητική μετοχή
weed
Παραδείγματα
The toddler learned to wee on the potty instead of in diapers. 

Το μωρό έμαθε να κατουρά στη βάζα αντί στις πάνες.

01

τούτου, ούρα

an informal and often childish term for urine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The doctor asked for a wee sample for the test. 

Ο γιατρός ζήτησε ένα δείγμα κατούρημα για τη δοκιμή.

02

κατούρημα, ούρα

the act of urination 
Παραδείγματα
The toddler announced that he needed to go for a wee. 

Το νήπιο ανακοίνωσε ότι έπρεπε να πάει να κατουρήσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store