urine
u
ˈjɔ:
yaw
rine
rɪn
rin
ursine

Ορισμός και σημασία του "urine"στα αγγλικά

01

ούρα

the liquid waste product produced by the kidneys and excreted from the body through urination 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
urines
Παραδείγματα
The doctor requested a urine sample to conduct some tests. 

Ο γιατρός ζήτησε ένα δείγμα ούρων για να πραγματοποιήσει κάποιες εξετάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store