to piss
piss
pɪs
pis
hissdisskissbris

Ορισμός και σημασία του "piss"στα αγγλικά

to piss
01

κατουράω, ουρώ

to expel urine from the body 
Intransitive
to piss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
piss
γ΄ ενικό πρόσωπο
pisses
ενεστώτα μετοχή
pissing
απλός αόριστος
pissed
παθητική μετοχή
pissed
Παραδείγματα
The dog pissed on the fire hydrant to mark its territory. 

Ο σκύλος κάτουσε στην πυροσβεστική βρύση για να σημαδέψει την επικράτειά του.

01

κατούρημα, τσίσα

the act of urination, typically used in a vulgar or informal manner 
piss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pisses
Παραδείγματα
He took a quick piss behind the bushes during the hike. 

Έκανε γρήγορα κατούρημα πίσω από τους θάμνους κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας.

02

ούρα, ουρία

the liquid waste excreted from the body through urination 
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He had to clean up the puddle of piss left by the dog on the carpet. 

Έπρεπε να καθαρίσει τη λεκάνη ουρών που άφησε ο σκύλος στο χαλί.

Λεξικό Δέντρο

pissed
pisser
pissing
piss
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store