Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to piss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
piss
γ΄ ενικό πρόσωπο
pisses
ενεστώτα μετοχή
pissing
απλός αόριστος
pissed
παθητική μετοχή
pissed
Παραδείγματα
The dog pissed on the fire hydrant to mark its territory.
Ο σκύλος κάτουσε στην πυροσβεστική βρύση για να σημαδέψει την επικράτειά του.
Piss
01
κατούρημα, τσίσα
the act of urination, typically used in a vulgar or informal manner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pisses
Παραδείγματα
He took a quick piss behind the bushes during the hike.
Έκανε γρήγορα κατούρημα πίσω από τους θάμνους κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pissed
pisser
pissing
piss



























