to pee-pee
pee
pi:
pi
pee
pi:
pi
sleepyprincipecreepyweepy

Ορισμός και σημασία του "pee-pee"στα αγγλικά

to pee-pee
01

κατουράω, τσίσα

to urinate, often used in a way that is informal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pee-pee
γ΄ ενικό πρόσωπο
pee-pees
ενεστώτα μετοχή
pee-peeing
απλός αόριστος
pee-peed
παθητική μετοχή
pee-peed
Παραδείγματα
The child learned to ask if they needed to pee-pee before leaving for school. 

Το παιδί έμαθε να ρωτάει αν χρειάζεται να κατουρήσει πριν πάει στο σχολείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store