pee-pee
pee
pi
πι
pee
pi
πι
/pˈiːpˈiː/

Ορισμός και σημασία του "pee-pee"στα αγγλικά

to pee-pee
01

κατουράω, τσίσα

to urinate, often used in a way that is informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pee-pee
γ΄ ενικό πρόσωπο
pee-pees
ενεστώτα μετοχή
pee-peeing
απλός αόριστος
pee-peed
παθητική μετοχή
pee-peed
Παραδείγματα
The parent gently reminded the toddler to pee-pee before their afternoon nap.
Ο γονέας υπενθύμισε απαλά στο μικρό παιδί να κάνει πιπί πριν από το μεσημεριανό υπνάκο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store