micturate
mic
ˈmɪk
μικ
tu
ʧə
τσα
rate
ˌreɪt
ρειτ
/mˈɪktʃəɹˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "micturate"στα αγγλικά

to micturate
01

ουρώ, κατουρώ

to urinate, used in formal or clinical contexts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
micturate
γ΄ ενικό πρόσωπο
micturates
ενεστώτα μετοχή
micturating
απλός αόριστος
micturated
παθητική μετοχή
micturated
Παραδείγματα
The nurse noted the time and volume each time the patient micturated to track fluid balance.
Η νοσοκόμα σημείωσε την ώρα και τον όγκο κάθε φορά που ο ασθενής ούρησε για να παρακολουθήσει την ισορροπία των υγρών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store