Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Warrant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
warrants
Παραδείγματα
The suspect's criminal history and behavior provided enough grounds to issue a search warrant.
Το ποινικό ιστορικό και η συμπεριφορά του υπόπτου παρείχαν αρκετές βάσεις για την έκδοση εντολής έρευνας.
02
εγγύηση, πιστοποιητικό εγγύησης
a written guarantee that a product or service will meet stated conditions or be repaired or replaced if it fails
Παραδείγματα
The car comes with a five-year warranty.
Το αυτοκίνητο έρχεται με πενταετή εγγύηση.
03
άδεια, εξουσιοδότηση
official authorization or approval given for an action
Παραδείγματα
The plan received a warrant from the city council.
Το σχέδιο έλαβε άδεια από το δημοτικό συμβούλιο.
04
δικαίωμα προαίρεσης, warrant
a financial instrument granting the holder the right to purchase a company's stock at a specific price within a fixed period
Παραδείγματα
The investor exercised his warrant to buy shares at a discount.
Ο επενδυτής άσκησε το warrant του για να αγοράσει μετοχές με έκπτωση.
to warrant
01
δικαιολογώ, εγγυώμαι
to give good reasons to justify a particular action
Transitive: to warrant sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
warrant
γ΄ ενικό πρόσωπο
warrants
ενεστώτα μετοχή
warranting
απλός αόριστος
warranted
παθητική μετοχή
warranted
Παραδείγματα
The evidence presented warrants further investigation into the matter.
Τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση του θέματος.
02
εγγυώμαι, πιστοποιώ
to officially affirm, assure, or guarantee something, typically through a formal document or authorization
Transitive: to warrant sth
Παραδείγματα
The manufacturer warrants the product for a period of one year.
Ο κατασκευαστής εγγυάται το προϊόν για μια περίοδο ενός έτους.



























