Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Warrant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
warrants
Παραδείγματα
He challenged the validity of the warrant, arguing that it lacked probable cause.
Αμφισβήτησε την εγκυρότητα του εντάλματος, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε πιθανή αιτία.
02
εγγύηση, πιστοποιητικό εγγύησης
a written guarantee that a product or service will meet stated conditions or be repaired or replaced if it fails
Παραδείγματα
The laptop was replaced under the extended warrant.
Το λάπτοπ αντικαταστάθηκε υπό την εκτεταμένη εγγύηση.
03
άδεια, εξουσιοδότηση
official authorization or approval given for an action
Παραδείγματα
His actions carried no warrant from the board.
Οι ενέργειές του δεν είχαν καμία εξουσιοδότηση από το διοικητικό συμβούλιο.
04
δικαίωμα προαίρεσης, warrant
a financial instrument granting the holder the right to purchase a company's stock at a specific price within a fixed period
Παραδείγματα
Warrants become valuable if the stock price rises above the exercise price.
Τα warrants γίνονται πολύτιμα εάν η τιμή της μετοχής ανέβει πάνω από την τιμή άσκησης.
to warrant
01
δικαιολογώ, εγγυώμαι
to give good reasons to justify a particular action
Transitive: to warrant sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
warrant
γ΄ ενικό πρόσωπο
warrants
ενεστώτα μετοχή
warranting
απλός αόριστος
warranted
παθητική μετοχή
warranted
Παραδείγματα
The unusual symptoms warranted a visit to the doctor.
Τα ασυνήθιστα συμπτώματα δικαιολογούσαν μια επίσκεψη στον γιατρό.
02
εγγυώμαι, πιστοποιώ
to officially affirm, assure, or guarantee something, typically through a formal document or authorization
Transitive: to warrant sth
Παραδείγματα
The deed to the property warrants the rightful ownership and transfer of title.
Η πράξη ιδιοκτησίας εγγυάται τη νόμιμη κυριότητα και τη μεταβίβαση του τίτλου.



























