Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
warranted
01
δικαιολογημένος, θεμελιωμένος
having reasons that are acceptable and valid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most warranted
συγκριτικός βαθμός
more warranted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The extra precautions taken were warranted due to the high-risk nature of the operation.
Οι πρόσθετες προφυλάξεις που λήφθηκαν ήταν δικαιολογημένες λόγω της υψηλής επικινδυνότητας της επέμβασης.
Λεξικό Δέντρο
unwarranted
warranted
warrant



























