warranted
wa
ˈwɒ
vo
rran
rən
rēn
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "warranted"στα αγγλικά

01

δικαιολογημένος, θεμελιωμένος

having reasons that are acceptable and valid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most warranted
συγκριτικός βαθμός
more warranted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her concerns about the project’s budget were warranted, given the recent overspending. 

Οι ανησυχίες της για τον προϋπολογισμό του έργου ήταν δικαιολογημένες, δεδομένης της πρόσφατης υπερβολικής δαπάνης.

Λεξικό Δέντρο

unwarranted
warranted
warrant
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store