defensible
de
di
fen
ˈfɛn
fen
si
si
ble
bəl
bēl
defendabledefeasible

Ορισμός και σημασία του "defensible"στα αγγλικά

defensible
01

υπερασπίσιμος, δικαιολογήσιμος

having a justifiable basis that can be supported or explained 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defensible
συγκριτικός βαθμός
more defensible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, ethics, justification
Παραδείγματα
His decision to leave early was defensible given the worsening weather conditions. 

Η απόφασή του να φύγει νωρίς ήταν δικαιολογημένη δεδομένων των επιδεινούμενων καιρικών συνθηκών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

defensibility
indefensible
defensible
defense
defend
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store