Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defensible
01
υπερασπίσιμος, δικαιολογήσιμος
having a justifiable basis that can be supported or explained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defensible
συγκριτικός βαθμός
more defensible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, ethics, justification
Παραδείγματα
His decision to leave early was defensible given the worsening weather conditions.
Η απόφασή του να φύγει νωρίς ήταν δικαιολογημένη δεδομένων των επιδεινούμενων καιρικών συνθηκών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
defensibility
indefensible
defensible
defense
defend



























