Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defensible
01
υπερασπίσιμος, δικαιολογήσιμος
having a justifiable basis that can be supported or explained
Παραδείγματα
His actions were defensible in light of the evidence presented.
Οι πράξεις του ήταν υπερασπίσιμες υπό το φως των παρουσιαζόμενων αποδεικτικών στοιχείων.
Λεξικό Δέντρο
defensibility
indefensible
defensible
defense
defend



























