to defenestrate
de
ˌdi:
di
fe
fe
nest
nɪst
nist
rate
reɪt
reit

Ορισμός και σημασία του "defenestrate"στα αγγλικά

to defenestrate
01

πετώ κάποιον από το παράθυρο, εξοστρακίζω

* throw (someone) out of a window 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
defenestrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
defenestrates
ενεστώτα μετοχή
defenestrating
απλός αόριστος
defenestrated
παθητική μετοχή
defenestrated
02

απομακρύνω, εκθρονίζω

to force a person of authority or power to step down from their position 
Παραδείγματα
The political upheaval led the faction to defenestrate the corrupt leader and install a new government. 

Η πολιτική αναταραχή οδήγησε την παράταξη να απομακρύνει τον διεφθαρμένο ηγέτη και να εγκαταστήσει μια νέα κυβέρνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store