Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defenestrate
01
πετώ κάποιον από το παράθυρο, εξοστρακίζω
*** throw (someone) out of a window
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
defenestrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
defenestrates
ενεστώτα μετοχή
defenestrating
απλός αόριστος
defenestrated
παθητική μετοχή
defenestrated
02
απομακρύνω, εκθρονίζω
to force a person of authority or power to step down from their position
Παραδείγματα
The company 's shareholders voted to defenestrate the CFO due to financial mismanagement.
Οι μέτοχοι της εταιρείας ψήφισαν να αποπέμψουν τον CFO λόγω κακής διαχείρισης των οικονομικών.



























