Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defenestrate
01
πετώ κάποιον από το παράθυρο, εξοστρακίζω
* throw (someone) out of a window
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
defenestrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
defenestrates
ενεστώτα μετοχή
defenestrating
απλός αόριστος
defenestrated
παθητική μετοχή
defenestrated
02
απομακρύνω, εκθρονίζω
to force a person of authority or power to step down from their position
Παραδείγματα
The political upheaval led the faction to defenestrate the corrupt leader and install a new government.
Η πολιτική αναταραχή οδήγησε την παράταξη να απομακρύνει τον διεφθαρμένο ηγέτη και να εγκαταστήσει μια νέα κυβέρνηση.



























