Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wantonly
01
σκόπιμα, χωρίς λόγο
in a way that is done deliberately without cause, often causing harm or damage
Παραδείγματα
They wantonly defaced public monuments for no apparent reason.
Σκόπιμα αφόρησαν δημόσια μνημεία χωρίς εμφανή λόγο.
Παραδείγματα
The driver was wantonly speeding through the crowded neighborhood.
Ο οδηγός οδηγούσε απερίσκεπτα με υψηλή ταχύτητα στη γεμάτη γειτονιά.
Παραδείγματα
She moved wantonly, attracting the attention of everyone in the room.
Κινούνταν αισχρά, προσελκύοντας την προσοχή όλων στο δωμάτιο.
04
υπερβολικά, ανεξέλεγκτα
in an excessive or uncontrolled way
Παραδείγματα
Bushes and weeds grew wantonly along the neglected path.
Θάμνοι και ζιζάνια μεγάλωναν ανεξέλεγκτα κατά μήκος της παραμελημένης διαδρομής.
05
απερίσκεπτα, παιχνιδιάρικα
in a playful or lively manner, showing carefree or spirited behavior
Παραδείγματα
Sunlight filtered wantonly through the fluttering branches.
Το φως του ήλιου διήλθε ανέμελα μέσα από τα τρεμουλιαστά κλαδιά.
Λεξικό Δέντρο
wantonly
wanton



























