Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
designedly
01
σκόπιμα, εκ προθέσεως
in a deliberate and intentional way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He designedly avoided answering the question.
Σκόπιμα απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση.
Λεξικό Δέντρο
designedly
designed
design



























