Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
designedly
01
σκόπιμα, εκ προθέσεως
in a deliberate and intentional way
Παραδείγματα
He designedly ignored the warnings despite the clear risks.
Σκόπιμα αγνόησε τις προειδοποιήσεις παρά τους σαφείς κινδύνους.
Λεξικό Δέντρο
designedly
designed
design



























