Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
War
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wars
Παραδείγματα
The soldiers marched off to battle, prepared to defend their country in war.
Οι στρατιώτες βάδισαν προς τη μάχη, έτοιμοι να υπερασπιστούν τη χώρα τους στον πόλεμο.
02
πόλεμος, σύγκρουση
a competitive or aggressive situation between people, groups, companies, etc.
Παραδείγματα
He found himself at war with his inner demons.
Βρέθηκε σε πόλεμο με τους εσωτερικούς του δαίμονες.
03
πόλεμος
a legal state created by a declaration of war and ended by official declaration during which the international rules of war apply
04
πόλεμος, εκστρατεία
a concerted campaign to end something that is injurious
05
πόλεμος, μάχη
a simple card game that is typically played by two players with a standard deck of 52 cards, in which the objective is to win all of the cards in the deck by playing higher-ranking cards than one's opponent
to war
01
πολεμώ, μαχόμαι
to engage in armed conflict
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
war
γ΄ ενικό πρόσωπο
wars
ενεστώτα μετοχή
warring
απλός αόριστος
warred
παθητική μετοχή
warred
Παραδείγματα
Nations often war over territorial disputes and resources.
Τα έθνη συχνά πολεμούν για εδαφικές διαφορές και πόρους.
Λεξικό Δέντρο
warlike
warship
war



























