wanting
Pronunciation
/ˈwɑnɪŋ/, /ˈwɑntɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "wanting"στα αγγλικά

01

ανεπαρκής, ελλιπής

not sufficient in amount, quality, or degree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wanting
συγκριτικός βαθμός
more wanting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The service at the restaurant was lacking and therefore wanting in customer satisfaction.
Η εξυπηρέτηση στο εστιατόριο ήταν ανεπαρκής και επομένως ανεπαρκής στην ικανοποίηση των πελατών.
02

ανύπαρκτος, απών

nonexistent
01

λείπων, λόγω έλλειψης

used to indicate that something is missing or needed
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He felt lonely, wanting someone to talk to.
Αισθάνθηκε μοναξιά, θέλοντας κάποιον να μιλήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store