Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wanting
01
ανεπαρκής, ελλιπής
not sufficient in amount, quality, or degree
Παραδείγματα
The service at the restaurant was lacking and therefore wanting in customer satisfaction.
Η εξυπηρέτηση στο εστιατόριο ήταν ανεπαρκής και επομένως ανεπαρκής στην ικανοποίηση των πελατών.
02
ανύπαρκτος, απών
nonexistent
wanting
01
λείπων, λόγω έλλειψης
used to indicate that something is missing or needed
Παραδείγματα
He felt lonely, wanting someone to talk to.
Αισθάνθηκε μοναξιά, θέλοντας κάποιον να μιλήσει.
Λεξικό Δέντρο
wanting
want



























