Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to veto
01
βέτο, απορρίπτω
to reject or prohibit a decision, proposal, or action
Transitive: to veto a decision or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
veto
γ΄ ενικό πρόσωπο
vetoes
ενεστώτα μετοχή
vetoing
απλός αόριστος
vetoed
παθητική μετοχή
vetoed
Παραδείγματα
The president has the authority to veto a bill passed by the legislature, preventing it from becoming law.
Ο πρόεδρος έχει την εξουσία να απορρίψει ένα νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από τη νομοθετική εξουσία, αποτρέποντάς το να γίνει νόμος.
02
επιβάλλω βέτο, απορρίπτω
to reject or refuse to allow an idea or suggestion
Transitive: to veto an idea or plan
Παραδείγματα
The homeowner vetoed the idea of installing a swimming pool in the backyard due to space constraints.
Ο ιδιοκτήτης έθεσε βέτο στην ιδέα της εγκατάστασης πισίνας στην πίσω αυλή λόγω περιορισμών χώρου.
Veto
01
βέτο, δικαίωμα βέτο
a vote or formal decision that prevents a proposal or measure from being approved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vetoes
Παραδείγματα
The council used its veto to block the new zoning law.
Το συμβούλιο χρησιμοποίησε το βέτο του για να αποκλείσει τον νέο νόμο για τη χωροθέτηση.
1.1
βέτο, δικαίωμα βέτο
the authority or right to forbid or reject an action, often by a head of state or executive
Παραδείγματα
The president has the constitutional veto over bills passed by Congress.
Ο πρόεδρος έχει το συνταγματικό βέτο σε νομοσχέδια που ψηφίζονται από το Κογκρέσο.



























