to veto
Pronunciation
/ˈviˌtoʊ/

Ορισμός και σημασία του "veto"στα αγγλικά

to veto
01

βέτο, απορρίπτω

to reject or prohibit a decision, proposal, or action
Transitive: to veto a decision or action
to veto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
veto
γ΄ ενικό πρόσωπο
vetoes
ενεστώτα μετοχή
vetoing
απλός αόριστος
vetoed
παθητική μετοχή
vetoed
Παραδείγματα
The coach has the ability to veto player trades that may adversely impact the team's performance.
Ο προπονητής έχει τη δυνατότητα να απορρίψει συμφωνίες μεταγραφών παικτών που μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την απόδοση της ομάδας.
02

επιβάλλω βέτο, απορρίπτω

to reject or refuse to allow an idea or suggestion
Transitive: to veto an idea or plan
Παραδείγματα
The manager vetoed the team ’s request to take a day off, arguing that the deadline was too close.
Ο διαχειριστής έθεσε βέτο στο αίτημα της ομάδας για μια ημέρα άδεια, υποστηρίζοντας ότι η προθεσμία ήταν πολύ κοντά.
01

βέτο, δικαίωμα βέτο

a vote or formal decision that prevents a proposal or measure from being approved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vetoes
Παραδείγματα
Veto power allows minority members to prevent harmful decisions.
Το βέτο επιτρέπει στα μέλη της μειονότητας να αποτρέπουν επιβλαβείς αποφάσεις.
1.1

βέτο, δικαίωμα βέτο

the authority or right to forbid or reject an action, often by a head of state or executive
Παραδείγματα
The veto preserves a check on legislative power.
Το βέτο διατηρεί έναν έλεγχο στη νομοθετική εξουσία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store