vexed
vexed
vɛkst
vekst
sexedhexedsexttext

Ορισμός και σημασία του "vexed"στα αγγλικά

01

δύσκολος, αμφιλεγόμενος

causing difficulty in finding an answer or solution; much disputed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most vexed
συγκριτικός βαθμός
more vexed
διαβαθμίσιμο
02

ενοχλημένος, εκνευρισμένος

annoyed or irritated, feeling frustrated or troubled 
Παραδείγματα
His vexed expression showed his frustration with the delay. 

Η ενοχλημένη έκφρασή του έδειχνε την απογοήτευσή του για την καθυστέρηση.

Λεξικό Δέντρο

vexed
vex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store